«ΤΟ ΑΜΙΛΗΤΟ ΝΕΡΟ»

Παλαιότερα, το πρωί των Χριστουγέννων, η νοικοκυρά του σπιτιού και συνήθως η νιόπαντρη, πριν ξημερώσει, πήγαινε σε ξένη βρύση και έκλεβε νερό. Παίρνοντας το νερό έλεγε : «όπως  τρέχει το νερό σ’ βρυσούλα μ’, έτσι να τρέχει και η σοδιά μ’». Το «αμίλητο νερό» όπως το έλεγαν πήρε την ονομασία του επειδή  η νοικοκυρά κατά τη διαδρομή δεν μιλούσε σε κανέναν. Από το νερό αυτό έπιναν όλοι για το καλό της οικογένειας και του σπιτιού.

Η γυναίκα πηγαίνοντας στην βρύση έπαιρνε μαζί της ψωμί, βούτυρο, σιτάρι, κρέας από το γουρούνι που έσφαζαν τα Χριστούγεννα, ένα άγριο πουλί, συνήθως κοκκινολαίμη, για να «ταΐσουν την βρύση», όπως έλεγαν. Στην πραγματικότητα το έκαναν για να πάρει αυτά τα εδέσματα κάποιος φτωχός που δεν μπορούσε να απολαύσει τα Χριστουγεννιάτικα φαγητά.

 

«ΤΟ ΠΑΝΤΡΕΜΑ ΤΗΣ ΦΩΤΙΑΣ»

Τόσο την παραμονή των Χριστουγέννων όσο και ανήμερα γινόταν το «πάντρεμα της φωτιάς».

Οι νοικοκυρaίοι που έμπαιναν στο σπίτι αλλά και οι επισκέπτες έπαιρναν ένα κομμάτι κλαδιού από κέδρο ή πουρνάρι, τα οποία ήταν τοποθετημένα στη πόρτα του σπιτιού, και το έβαζαν στο αναμμένο τζάκι να καεί. Το κάψιμο του κέδρου έβγαζε δυνατούς κρότους και σπινθήρες και έλεγαν ευχές όπως «χρόνια πολλά, με νύφες, γαμπρούς, παιδιά, εγγόνια, αρνιά, κατσίκια κ.λ.π.». Κυρίως έδιναν σημασία στα θηλυκά για να πληθαίνουν όλα τα ζωντανά στη νέα χρονιά. Ο νοικοκύρης με τις ευχές και τους κρότους του κέδρου ένιωθε ευχαρίστηση και ευχόταν και εκείνος να προκόψουν τα ζωντανά του, να μεγαλώσει η οικογένεια, τα παλικάρια να φέρουν νύφες, οι κοπέλες γαμπρούς και να του δώσουν εγγόνια και χαρές.

Παράλληλα έστελναν πρωί- πρωί πριν από τον Εκκλησιασμό στο γειτονικό σπίτι, αρσενικό παιδί, για να κάνει ποδαρικό και για να γεννηθούν γερά και πολλά κατσίκια.

 

«ΤΟ ΣΦΑΞΙΜΟ ΤΟΥ ΓΟΥΡΟΥΝΙΟΥ»

Παλαιότερα, κάθε οικογένεια μεγάλωνε στο «γουρνοκούμουσο» και ένα γουρούνι για τα Χριστούγεννα, το οποίο έσφαζαν την προπαραμονή των Χριστουγέννων.

Το χοιρινό ήταν το κυριότερο φαγητό των Χριστουγέννων αφού από αυτό έκαναν πολλά φαγητά όπως τσιγαρίδες και έντερα γεμιστά με χόρτα κομμένα, ρύζι, κρέας, συκώτι, αλάτι, πιπέρι και ρίγανη, ενώ το λίπος το έλιωναν και το αποθήκευαν σε λαΐνες, για το μαγείρεμα όλου του χρόνου. Το κρέας επειδή δεν υπήρχαν ψυγεία το πάστωναν σε  ξύλινα  βαρέλια  με μπόλικο αλάτι και το μαγείρευαν ψητό στη γάστρα με πέτρα (Φύλλα από ζύμη λιασμένα) ή το έψηναν στα κάρβουνα του τζακιού, αφού πρώτα το ξαρμύριζαν.

Με το δέρμα του γουρουνιού έκαναν γουρνουπάπουτσα.
ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ
Οι νοικοκυρές έκαναν τη βασιλόπιτα ή «κουλούρα»,όπως λεγόταν,  βάζοντας μέσα ένα κέρμα, ένα πουρναρόφυλλο και ένα σπόρο καλαμποκιού. Αυτός που θα έβρισκε το κέρμα θα είχε τύχη στα χρήματα, αυτός που θα έβρισκε το πουρναρόφυλλο θα είχε τύχη στα γίδια και στα κατσίκια και αυτός που θα έβρισκε το σπόρο του καλαμποκιού, θα είχε τύχη στη γεωργική παραγωγή. Αυτό το έθιμο

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος το έθιμο αυτό το έχει καθιερώσει τα τελευταία χρόνια στο κόψιμο της βασιλόπιτας, με αντίστοιχα δώρα  στους τυχερούς.
ΦΩΤΑ
Την παραμονή των Θεοφανίων ο παπάς του χωριού, φορώντας το πετραχήλι,  περνούσε από  όλα τα σπίτια  του χωριού ραντίζοντας με αγιασμό και ψάλλοντας «Το εν Ιορδάνη…»

Το πρωί των φώτων αδειάζανε όλα τα δοχεία του σπιτιού που περιείχαν νερό και έβαζαν νέο νερό με λίγο αγιασμό, έπιναν όλοι από αυτό,  ενώ παράλληλα ραντίζανε με το αγιασμένο νερό όλα τα ζωντανά.

Σημείωση: Μερικά από τα παραπάνω ήθη και έθιμα διατηρούνται ακόμη και σήμερα με σεβασμό στη παράδοση από αρκετές οικογένειες.