Αληθινές ιστορίες στο χτύπημα της καμπάνας

Του Χρ. Ζ. Σταύρου

Το «να χτυπήσεις» μια καμπάνα ενός ναού είναι εύκολη υπόθεση. Το να «τη διπλώσεις» είναι κάτι πιο δύσκολο, γιατί χρειάζεται και επιδεξιότητα. Το να χτυπήσεις και να διπλώσεις την καμπάνα του πανύψηλου και επιβλητικού καμπαναριού του ναού της Αγίας Παρασκευής Ροδαυγής χρειάζεται και επιδεξιότητα και δύναμη. Επιδεξιότητα γιατί χρειάζεται να τη διπλώσεις και να ακουστεί ο γνωστός ήχος « νταν ντι νταν» και όχι μονότονα «νταν νταν νταν» και δύναμη, γιατί η συγκεκριμένη καμπάνα και η αλυσίδα έχουν πολύ βάρος και αυτός είναι και ο κύριος λόγος που δεν μπορείς εύκολα να τη χτυπήσεις, εάν δεν έχεις αποκτήσει την ανάλογη εμπειρία. Να αναφέρουμε ότι όταν την χτυπούν μικρά παιδιά, η αλυσίδα τα σηκώνει αρκετά ψηλά σαν να χοροπηδάνε.

Το χτύπημα της καμπάνας στον ναό της Αγ. Παρασκευής έχει μια ιστορία και μια παράδοση, σχεδόν όσα και τα χρόνια ζωής της. Γύρω από το χτύπημα της συγκεκριμένης καμπάνας με τον σπάνιο και γλυκό ήχο, δημιουργήθηκε ένας μύθος από τα παλιά. Οι νέοι της εποχής εκείνης χαίρονταν πολύ το χτύπημα της καμπάνας και γι΄ αυτό μάλωναν πολλές φορές ποιος θα την πρωτοχτυπήσει. Όσοι δε, την χτυπούσαν καλά, έπαιρναν ικανοποίηση ότι τα κατάφεραν, ενώ η σωματική κούραση ήταν εμφανής.

Αξίζει να αναφερθεί ότι κάποιος συγχωριανός όταν πέθανε η μάνα του χάρηκε λέγοντας: «Τώρα θα ευχαριστηθώ να χτυπήσω καμπάνα», επειδή, δεν έπαιρνε σειρά από τους άλλους.

Τη νύχτα της Ανάστασης μαζεύονταν πολλοί νέοι για το χτύπημα της καμπάνας, το οποίο διαρκούσε πολύ ώρα, προκειμένου να ακούσουν το χαρμόσυνο γεγονός, μέσου του ήχου της οι κάτοικοι των απομακρυσμένων συνοικισμών, οι οποίοι για να φτάσουν στην εκκλησία χρειάζονταν μια και δυο ώρες, ανηφορίζοντας τα μεσάνυχτα στα μονοπάτια με τα φανάρια.

Πιστεύω πως αξίζει να αναφέρω μια αληθινή ιστορία σχετικά με την καμπάνα όπως μου την περιέγραψαν. «Επειδή τη νύχτα της Ανάστασης τα παιδιά του χωριού πήγαιναν νωρίτερα να χτυπήσουν την καμπάνα από την ώρα που όριζε ο παπάς, κάποτε ο αείμνηστος παπα – Γιάννης Οικονόμου σκέφθηκε να κλειδώσει την αλυσίδα, ώστε να μην μπορεί να την χτυπήσει κανείς νωρίτερα και να δώσει το κλειδί στον Παύλο Τσάγκα επειδή είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του.(Η Ανάσταση γινόταν τότε στις δυο μετά τα μεσάνυχτα και όχι στις δώδεκα που γίνεται σήμερα). Αυτή λοιπόν τη νύχτα της Ανάστασης ο Παύλος φρόντισε να κρύψει το κλειδί της αλυσίδας που του έδωσε ο παπάς πριν κοιμηθεί στο παπούτσι του για να μην το βρει κανείς και ιδιαίτερα ο αδερφός του ο Γιάννης ο οποίος είχε μεγάλο καημό να πάει πρώτος για να κτυπήσει την καμπάνα. Αφού λοιπόν ο Παύλος έβαλε το ρολόι να ξυπνήσει στις δώδεκα παρά κάτι, ο Γιάννης από την αγωνία του (κοιμόταν δίπλα) ξύπνησε νωρίτερα, σηκώθηκε από το κρεβάτι και κατά λάθος μεσ΄ τη νύχτα φόρεσε τα παπούτσια του Παύλου, οπότε ανακάλυψε ότι μέσα στο παπούτσι ήταν το κλειδί της καμπάνας.(Είχε ακούσει ο Γιάννης ότι ο παπάς θα κλείδωνε την αλυσίδα και σε κάποιον θα έδινε το κλειδί). Έφυγε σιγά – σιγά χωρίς να γίνει αντιληπτός από τον Παύλο, πήγε στο καμπαναριό, ξεκλείδωσε την αλυσίδα και άρχισε να χτυπά την καμπάνα. Ο Παύλος άκουσε στον ύπνο του το χτύπημα της καμπάνας και ξαφνιάστηκε. Αναρωτήθηκε δε πως είναι δυνατόν να χτυπούν την καμπάνα αφού αυτός είχε το κλειδί. Ψάχνει αμέσως να βρει το κλειδί στο παπούτσι του, αλλά δεν βρήκε τίποτε και αντιλήφθηκε ότι έλειπε και ο αδερφός του ο Γιάννης, οπότε κατάλαβε τι έγινε. Αυτό δε που σκέφτηκε αμέσως ήταν πως θα απολογηθεί στον παπα – Γιάννη που του εμπιστεύθηκε το κλειδί.

Αυτά και άλλα παρόμοια συνέβαιναν την εποχή εκείνη στο χτύπημα της καμπάνας στην Αγία Παρασκευή, που και σήμερα ακόμη ελκύει παλιούς και νέους και έτσι διατηρείται μια παράδοση πολλών χρόνων.

Όσον αφορά τη χρονολογία κτίσης του περίφημου αυτού καμπαναριού θα επικαλεστούμε τη μαρτυρία του αείμνηστου ιστορητή της Ροδαυγής Κων/νου Διαμάντη. Στο βιβλίο του αναφέρει ότι η ηλικιωμένη γιαγιά του Μαρία ή Ρούσιω, σύζυγος Κων/νου ή Ντούλα Παπαγιώργου, το γένος Παναγιώτη Πάνου Πλαστήρα συμμετείχε όταν χτιζόταν το καμπαναριό και βοήθησε στο μεντάτι στην ομαδική προσπάθεια και εργασία όλου του χωριού για το κτίσιμο. Η γιαγιά αυτή γεννηθείσα το 1838 και σε ηλικία τότε πάνω από 100 ετών, διηγούνταν πως το καμπαναριό το είχαν χτίσει μαστόροι από το χωριό Σερές (σημερινή Μικροσπηλιά) το 1850. Τα υλικά για το κτίσιμο μεταφέρονταν με μουλάρια από τα ρέματα της περιοχής. Το 1922 σύμφωνα με τον Κων/νο Διαμάντη έγινε επισκευή της στέγης του καμπαναριού και ανακαίνιση της καμπάνας που είχε ραγίσει. Το κατέβασμα της καμπάνας ανέλαβαν οι αδελφοί Γιώργος και Νάσιος Μάρης κατασκευάζοντας πελώρια σκάλα με ξύλα από δυο πανύψηλες λεύκες που τα έβαλαν παράλληλα και κάρφωσαν πολλά οριζόντια σκαλοπάτια. Ήταν μια εργασία αληθινά ηρωική. Οι αδελφοί την έστειλαν στην Άρτα για επισκευή την οποία ξανακαινούργιωσε ο χαλκουργός Κων/νος Πεκλάρης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η επιγραφή που αναγράφεται πάνω στην καμπάνα: « Συνδρομηταί παλαιάς καμπάνας Βασίλειος Μάρης, Δημήτριος Κομζιάς, Μαρία Αραπήνα και Αικατερίνη Κασσάρου. Αριθμός 179 Καμπάνας Αγίας Παρασκευής ανεκαινίσθη τη επιμελεία και συνδρομή Ιωάννη Δημητρίου, Βασιλείου Αράπη, Κων/νου Αθ. Αράπη έργον Κων/νου Ιωάννου Πεκλάρη. Εν Άρτη 1922».

Το κτύπημα της καμπάνας ανάλογα με τις περιστάσεις διαδραμάτισε το ρόλο της, προκαλώντας πολλές φορές ανείπωτη χαρά, αλλά και ρίγη συγκίνησης. Αρκετές φορές σηματοδότησε έκτακτα γεγονότα όπως πολέμους ,πυρκαγιές, πλημμύρες, επετείους, άφιξη τιμώμενων προσώπων κλπ.

Σήμερα η καμπάνα έχει χάσει ένα μέρος από τα ζύγια της και το χτύπημα έχει γίνει πιο δύσκολο, ενώ και το καμπαναριό με τις πέντε σειρές και τις τέσσερις καμάρες, τελευταία στηρίχτηκε με ειδικά επισκευαστικά υλικά, και με τσιμεντοενέσεις, με χρήματα που συγκεντρώθηκαν από ερανική επιτροπή για το σκοπό αυτό.